Σάββατο, 29 Μαρτίου 2008

Στα... όπλα για τα δικαιώματα

Στα... όπλα για τα δικαιώματα PDF Εκτύπωση E-mail

Μπορούν οι στρατιωτικοί να συνδικαλίζονται όπως κάθε άλλος εργαζόμενος με δεδομένη την ευαίσθητη αποστολή τους όσον αφορά την άμυνα της χώρας;

«Ναι» είπε πρόσφατα το Πρωτοδικείο της Αθήνας, θέτοντας μια σειρά από περιορισμούς που ισχύουν και για τους � επίσης φέροντες όπλα � αστυνομικούς. «Όχι» είπε ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Ιωάννης Διώτης, που άσκησε έφεση στη συγκεκριμένη απόφαση και πλέον η υπόθεση έφτασε μέχρι το Εφετείο, που θα κρίνει αν είναι νόμιμη η Ένωση Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΑΕΔΥΝ), το σωματείο δηλαδή που συστάθηκε πρόσφατα από αξιωματικούς όλων των όπλων και διεκδικεί την άσκηση του συνδικαλιστικού δικαιώματος όπως συμβαίνει σε όλους τους εργασιακούς χώρους.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Μια ομάδα αξιωματικών σκέφτηκε το εξής απλό: ό,τι δεν απαγορεύεται ρητά από το Σύνταγμα, επιτρέπεται. Έτσι, λοιπόν, το Σύνταγμα, και μετά την πρόσφατη αναθεώρησή του, δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα στους εργαζόμενους και τους αναγνωρίζει το συνδικαλιστικό δικαίωμα, με εξαίρεση τα σώματα ασφαλείας, για τα οποία απλά απαγορεύει την απεργία, όχι όμως και το δικαίωμα του συνδικαλισμού.

Στο σημείο αυτό υπάρχει ένα κενό νόμου, το οποίο επιλύθηκε με την αναγνώριση του συνδικαλιστικού δικαιώματος στους αστυνομικούς, αλλά με την ταυτόχρονη απαγόρευση του δικαιώματος της απεργίας.

Η απόφαση του Πρωτοδικείου

Το καταστατικό της ΕΑΕΔΥΝ, προκειμένου να επικυρωθεί, έφτασε μέχρι το Πρωτοδικείο, το οποίο με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας εξέδωσε την υπ' αριθμόν 5265/2005 απόφασή του που προσέδωσε νόμιμη υπόσταση στο σωματείο. Σύμφωνα με την απόφαση του Πρωτοδικείου, «η συνδικαλιστική ελευθερία καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του Συντάγματος». Αναγνωρίζει επίσης ότι «η απεργία αποτελεί δικαίωμα που αποσκοπεί στη διαφύλαξη και στην προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών συμφερόντων των εργαζομένων».

Κι ενώ το δικαστήριο παραδέχεται πως το Σύνταγμα «ορίζει ρητώς ότι απαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς και σ� αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας», επισημαίνει ταυτόχρονα ότι «από τη διατύπωση της διάταξης αυτής συνάγεται σαφώς ότι η άσκηση του συνδικαλιστικού δικαιώματος από εκείνους οι οποίοι υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας δεν απαγορεύεται. Αντιθέτως, το δικαίωμα αυτό έχει κατοχυρωθεί για τους ίδιους συνταγματικώς».

Στην απόφαση επίσης γίνεται επίκληση της διεθνούς σύμβασης 87, που καθόρισε τη συνδικαλιστική ελευθερία, αλλά και της σύμβασης της Ρώμης, με βάση τις οποίες δεν απαγορεύεται η επιβολή νόμιμων περιορισμών στην άσκηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων από τα μέλη των ενόπλων δυνάμεων (δηλαδή ότι μπορεί να επιβληθεί η απαγόρευση της απεργίας), ωστόσο η διατύπωση των διατάξεων αυτών «δεν αφήνει περιθώρια για την πλήρη απαγόρευση του συνδικαλιστικού δικαιώματος στα σώματα ασφαλείας και στις ένοπλες δυνάμεις».

Το δικαστήριο επίσης επικαλείται τον νόμο 1264/1982 με βάση τον οποίο επιτράπηκε ο συνδικαλισμός στην αστυνομία και θεωρεί ότι οι διατάξεις του θα πρέπει να εφαρμοστούν κατ' αναλογία και στις ένοπλες δυνάμεις.

Η έφεση Διώτη

Κι ενώ η εικόνα που επικρατεί στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες είναι μεικτή, ανάλογα με το Σύνταγμα της κάθε χώρας (π.χ. στη Γαλλία απαγορεύεται ο συνδικαλισμός στις ένοπλες δυνάμεις, ενώ στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ επιτρέπεται), ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Ι. Διώτης άσκησε έφεση υπέρ του νόμου στη συγκεκριμένη απόφαση του Πρωτοδικείου, κάτι που θεωρείται εξαιρετικά σπάνιο σε παρόμοιες περιπτώσεις. Με την έφεσή του ο εισαγγελέας ζητά την «εξαφάνιση και την απόρριψη της ως άνω αίτησης, διότι έγινε δεκτή κατ� εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Συντάγματος και των νόμων». Σύμφωνα με τον Ι. Διώτη, το Σύνταγμα «επιτρέπει μεν περιορισμένη συνδικαλιστική δράση στους δικαστικούς λειτουργούς και στους υπηρετούντες στα σώματα ασφαλείας, δεν επιτρέπει όμως οποιαδήποτε συνδικαλιστική δράση στους υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις, διότι τούτο θα οδηγούσε σε κατάλυση της στρατιωτικής πειθαρχίας, η οποία αποτελεί το θεμέλιο της στρατιωτικής οργάνωσης».

Επισημαίνει επίσης ότι «η υποβολή ομαδικά ή χωριστά, ύστερα από συνεννόηση, αιτημάτων ή παραπόνων εκ μέρους των στρατιωτικών, υπό τους όρους του άρθρου 47 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, τιμωρείται ποινικά ως ομαδική απείθεια». Η εισαγγελική έφεση συζητήθηκε στις 16 Μαρτίου και τις επόμενες εβδομάδες αναμένεται η απόφαση, που σίγουρα θα έχει πολύ «ψωμί»...

Το καταστατικό

Τι προβλέπει όμως το καταστατικό

της ΕΑΕΔΥΝ; Στα πρώτα άρθρα περιγράφονται οι σκοποί του σωματείου, οι οποίοι ανάμεσα σ' άλλους είναι:

� Η ανάπτυξη συναδελφικών δεσμών μεταξύ των αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων.

� Η ανάπτυξη και εξύψωση του επαγγελματικού, κοινωνικού και πολιτιστικού επιπέδου τους.

� Η βελτίωση και προαγωγή της θέσης τους ως μελών του κοινωνικού συνόλου και εργαζομένων σε μια δημοκρατική και δικαιοκρατούμενη κοινωνία.

� Η μελέτη και υποβολή εισηγήσεων και προτάσεων αναφορικά με τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, την επιμόρφωση και εν γένει τα ζητήματα επαγγελματικής κατάρτισης

των αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων προς ενίσχυση και της αμυντικής αποτελεσματικότητας της χώρας, χωρίς την υπέρβαση των ορίων

που προσδιορίζονται από τις ιδιομορφίες,

την αποστολή και ιδιαίτερα τον εθνικό, κοινωνικό και υπερκομματικό χαρακτήρα των Ενόπλων Δυνάμεων.

Ωστόσο, σύμφωνα πάντα με το καταστατικό,

το σωματείο διέπεται και από αυστηρές απαγορεύσεις που επιβάλλονται στα μέλη του, όπως:

� Η κήρυξη και η συμμετοχή σε απεργία.

� Η συμμετοχή των μελών της σε κάθε είδους εκδηλώσεις πολιτικών ή συνδικαλιστικών φορέων ή πολιτικών προσώπων ή η άσκηση προπαγάνδας υπέρ ή κατά αυτών. Εξαιρούνται τα συνέδρια και οι πολιτιστικές εκδηλώσεις των συνδικαλιστικών φορέων.

� Η προσχώρηση ή η εγγραφή των μελών της ως μελών άλλων επαγγελματικών οργανώσεων εκτός των διεθνών στρατιωτικών συνδικαλιστικών οργανώσεων ή η εκπροσώπηση άλλων εργαζομένων.

� Η με οιονδήποτε τρόπο ανάμειξη σε θέματα διοίκησης των Ενόπλων Δυνάμεων.

(Ποντίκι, 30.3.2006)
"O σιωπών δοκεί συναινείν", [(qui tacet consentire videtur) (=όποιος σιωπά φαίνεται ότι συναινεί), κατά το ρωμαϊκό δίκαιο].

Δεν υπάρχουν σχόλια: