|
"O σιωπών δοκεί συναινείν", [(qui tacet consentire videtur) (=όποιος σιωπά φαίνεται ότι συναινεί), κατά το ρωμαϊκό δίκαιο].
Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ᾿ εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας . . . ἔνι τε τοῖς αὐτοῖς οἰκείων ἅμα καὶ πολιτικῶν ἐπιμέλεια, καὶ ἑτέροις πρὸς ἔργα τετραμμένοις τὰ πολιτικὰ μὴ ἐνδεῶς γνῶναι· μόνοι γὰρ τόν τε μηδὲν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ᾿ ἀχρεῖον νομίζομεν, καὶ οἱ αὐτοὶ ἤτοι κρίνομέν γε ἢ ἐνθυμούμεθα ὀρθῶς τὰ πράγματα, οὐ τοὺς λόγους τοῖς ἔργοις βλάβην ἡγούμενοι, ἀλλὰ μὴ προδιδαχθῆναι μᾶλλον λόγῳ πρότερον ἢ ἐπὶ ἃ δεῖ ἔργῳ ἐλθεῖν(Περικλέους Ἐπιτάφιος Λόγος.
|
| Χαιρετισμός Γιώργου Α. Παπανδρέου στην συγκέντρωση στην πλατεία Συντάγματος κατά της κυβερνητικής πολιτικής 28.03.2008 |
| ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΓΙΩΡΓΟΥ Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΣTHN ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ TOY ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ Φίλες, φίλοι, αγωνιστές, πολλοί είναι εκείνοι που θέλουν να δουν το ΠΑΣΟΚ να μην μπορεί να αντιμετωπίσει τη λαίλαπα της δεξιάς. Πολλοί θα θέλανε να δουν το ΠΑΣΟΚ να φθίνει. Να φθίνει και το λαϊκό κίνημα. Αλλά απόψε, εσείς, διατρανώνετε ότι είμαστε εδώ, δυναμικοί, ενωμένοι, για να υπερασπιστούμε τα συμφέροντα του εργαζόμενου, του συνταξιούχου, της εργαζόμενης μητέρας, της νέας γενιάς. Και σήμερα, διαδηλώνουμε την αγανάκτησή μας, την αγανάκτηση ολόκληρου του Eλληνικού λαού, απέναντι σε μια κυβέρνηση που κοροϊδεύει τοv λαό, που κλέβει τα αποθεματικά απ' τα Ταμεία του εργαζόμενου και του συνταξιούχου, που λοιδορεί το μαζικό κίνημα και που θέλει έναν λαό παραιτημένο. Εμείς λέμε όχι, ο λαός δεν είναι παραιτημένος. Σήμερα, κηρύσσουμε τον αγώνα. Έναν αγώνα, ο οποίος θα συνεχίσει μέχρι τη νίκη, μέχρι την ανατροπή αυτής της κατάστασης. Σήμερα, παρά τη βροχή, δείχνουμε όλοι μας ότι, έχουμε τη βούληση, τη δύναμη, το κουράγιο, να συνεχίσουμε αυτό τον αγώνα. Είμαστε εδώ, διότι πιστεύουμε σε μιαν άλλη Ελλάδα. Πιστεύουμε σε έναν λαό, σε μια Ελλάδα που μπορεί και, ξέρουμε ότι, με το ΠΑΣΟΚ στο τιμόνι της χώρας, μπορούμε να αλλάξουμε την Ελλάδα. Μια Ελλάδα δίκαιη. Μια Ελλάδα ανθρώπινη. Μια Ελλάδα αξιών. Και είναι μαζί μας, εδώ, εργαζόμενοι, εργαζόμενες γυναίκες, συνταξιούχοι, νέοι, η νέα γενιά, και όλοι μαζί, διατρανώνουμε τη θέλησή μας, τη βούλησή μας, να συνεχίσουμε από αύριο, σε όλη την Ελλάδα, την πορεία μας, την πορεία μας για την ανατροπή και τη νίκη. Δίνουμε απόψε την υπόσχεση. Είναι συμβόλαιο με το λαό ότι θα προχωρήσουμε, όλα τα στελέχη μας, όλοι οι φίλοι μας, ολόκληρο το Κίνημα ενωμένο, μέχρι την τελευταία νίκη, η οποία θα έρθει στις επόμενες εκλογές, ανατρέποντας τη Νέα Δημοκρατία, τη δεξιά πολιτική, την συντήρηση και ανοίγοντας επιτέλους τον δρόμο της ελπίδας. Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους που, σήμερα, απόψε, βρίσκονται εδώ στη βροχή και, παρά τις καιρικές συνθήκες, αποφάσισαν να διαδηλώσουν, να διατρανώνουν τη βούλησή μας, να δείξουν ότι υπάρχει άλλος δρόμος. Καλό μας αγώνα. Καλή συνέχεια. Εμείς συνεχίζουμε στο Κοινοβούλιο τον αγώνα και, από αύριο, πάλι στον λαό, στο πεζοδρόμιο, στο χωριό και στη γειτονιά. Καλό μας αγώνα. Να είστε καλά. Γεια σας. Είμαστε κοντά στον λαό. Δεν θα αφήσουμε να περάσει αυτή η κοινωνικά άδικη πολιτική. Κοντά, δίπλα, μαζί. Γεια σας. |
|
|
ΠΟΥ ΚΑΤΕΘΕΣΕ ΤΟ ΠΑΣΟΚ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ
Αγαπητοί συνάδελφοι, η πρωτοβουλία του Προέδρου του ΠΑ.ΣΟ.Κ. για την κατάθεση της πρότασης δυσπιστίας συνοδεύτηκε από ένα πολιτικό κείμενο εξέχουσας βαρύτητας, το οποίο με πολύ ανάγλυφο και καθαρό τρόπο παρουσιάζει τη σκοπιμότητα, την πολιτική αιτιολόγηση και τον ουσιαστικό λόγο για τον οποίο γίνεται.
Θα ήθελα, λοιπόν, να περιοριστώ σε κάποια σχόλια, που έχουν σχέση με τη σκοπιμότητα, την πορεία και το περιεχόμενο αυτής της πρότασης.
Το πρώτο σχόλιο αφορά την ανούσια επιχειρηματολογία για το πρακτικό αποτέλεσμα αυτής της πρότασης. Πρέπει να σας επισημάνω, ότι δεν έπεσε καμία κυβέρνηση από πρόταση δυσπιστίας. Μια φορά έπεσε μια κυβέρνηση μετά τη μεταπολίτευση από εσωτερικούς λόγους, όταν οι Βουλευτές της δεν άντεξαν άλλο αυτήν την κατάσταση, το 1993. Υπάρχει δρόμος που μπορεί να σας αναγκάσει να άρετε την εμπιστοσύνη στην Κυβέρνησή σας, όταν η κρίση που σήμερα βιώνει η χώρα μετεξελιχθεί σε εθνική. Μπορεί να το κάνετε εσείς.
Το Σύνταγμα, όμως, όταν προβλέπει την κορυφαία αυτή πολιτική διαδικασία, όπου η Βουλή μπορεί να τοποθετηθεί σε ένα επίπεδο πάνω από τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, μεταφέροντας την πολιτική ατζέντα εδώ στο Κοινοβούλιο, που είναι ο ναός της Δημοκρατίας με την πρόταση δυσπιστίας, -και στη σημερινή mediοκρατική κοινωνία μας και στη σημερινή ολιγαρχική δημοκρατία μας, συνήθως δεν παίζει το ρόλο που θα έπρεπε να παίζει η Βουλή των Ελλήνων- έτσι όπως θα έπρεπε να είναι.Και είναι διαφορετική η πρόταση δυσπιστίας από το δημοψήφισμα.
Το δημοψήφισμα αναφέρεται σε ένα θέμα επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένο για το περιεχόμενο μιας πρότασης που έχει σχέση με το σύνολο του ελληνικού λαού.
Η πρόταση δυσπιστίας αφορά μία συνολική πολιτική, η οποία κρίνεται έξω και πέρα από το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, συνολικοποιεί την αντιπαράθεση και ο ελληνικός λαός μπορεί να γίνει γνώστης των πραγμάτων, των συμπερασμάτων και των συνεπειών μιας πολιτικής. Άρα, θεωρώ ανούσια και ανόητη την επιχειρηματολογία «τι τη φέρατε εδώ, αφού ξέρετε ότι είμαστε ενωμένοι»; Προφανώς είστε ενωμένοι και προφανώς θα την ψηφίσετε μέχρι να καταψηφίσετε οι ίδιοι την Κυβέρνησή σας, αν πάμε κάποια στιγμή σε πρόωρες εκλογές.
Το δεύτερο σχόλιο αφορά τη συζήτηση για τη σκοπιμότητα της πρότασης. Δυστυχώς, όλα σήμερα τα μετράμε από την άποψη της τακτικής. Το κάνουμε για να ανακτήσουμε την πρωτοβουλία στον προοδευτικό χώρο; Το κάνουμε για πολιτική εντυπώσεων και σκοπιμοτήτων; Αδικείται έτσι μία κορυφαία πολιτική πρωτοβουλία, μία πράξη ευθύνης που σέβεται τη δημοκρατική και συνταγματική τάξη.
Τα πράγματα είναι πολύ απλά. Έξι μήνες μετά τις εκλογές η χώρα δεν έχει κυβέρνηση. Ο τόπος υποχωρεί παντού και σε όλα. Ο λαός βρίσκεται καθημερινά σε απόγνωση.
Γιατί γίνεται η πρόταση: Διότι με το ασφαλιστικό και τις εκποιήσεις στο δημόσιο τομέα, το κενό εξουσίας που βιώνουμε εδώ και έξι μήνες, την αδιέξοδη κυβερνητική πολιτική που βουλιάζει τη χώρα, υψώνεται μία οριστική και αμετάκλητη διαχωριστική γραμμή. Διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον τρόπο που κυβερνάτε τη χώρα και στη διαμορφωμένη πεποίθηση της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού ότι αυτός ο τρόπος εμποδίζει και υποβαθμίζει συνεχώς την πορεία του τόπου και τη δική του ζωή. Αυτό το αντικείμενο της πρότασης δυσπιστίας. Πώς εκφράζεται αυτή η δυσαρμονία; Στις λαϊκές κινητοποιήσεις, στις δημοσκοπήσεις που αρέσκεστε να τις κρίνετε σε ό,τι αφορά την παράταξή μας, στην άποψη που έχει ο απλός πολίτης. Φαντάζομαι, όταν πηγαίνετε στα καφενεία της Εύβοιας κύριε Βουλευτά, ή οποιουδήποτε νομού, δεν σας λένε «τι ωραία έργα κάνει η Νέα Δημοκρατία και πόσους δρόμους έφτιαξε ή δεν έφτιαξε », αλλά σας λένε άλλα πράγματα απ’ αυτά που ισχυρίζεστε εδώ, όταν έρχεστε να υπερασπιστείτε το δήθεν κυβερνητικό έργο.
Εν κατακλείδι, η πολιτική στιγμή που επιλέξαμε είναι ο ορισμός για τη θέση της πρότασης δυσπιστίας. Είναι επίκαιρος, είναι καθοριστικός. Όταν η κοινωνία είναι συλλήβδην μίας τέτοιας επιλογής, συνολικοποιείται η αντιπαράθεση και ασφαλώς εδώ πρέπει να δώσετε λόγο. Και δεν θα δώσετε λόγο μιλώντας γενικά και αόριστα, αλλά απαντώντας σε συγκεκριμένες αιτιάσεις που έχουν σχέση με αυτά.
Θα κάνω μία παρατήρηση. Δεν θα μιλήσω για το περιεχόμενο. Συζητήθηκε και ξανασυζητήθηκε ο νόμος Ρέππα . Θα πω μόνο μία κουβέντα: Σας αρέσει να αναφέρεστε στο νόμο Ρέππα. Έχει καμία σχέση η καθολική αντίσταση σε αυτό που συμβαίνει τώρα με τις κινητοποιήσεις, με τη λαϊκή αγανάκτηση, με την αντίστοιχη συναίνεση της πλειοψηφίας, της μεγάλης πλειοψηφίας των κοινωνικών εταίρων, όταν μετά από εκείνη την τραυματική δική μας εμπειρία περάσαμε το νόμο Ρέππα; Έχει καμία σχέση το καθεστώς της βίαιης αναδιανομής του πλούτου με το χέρι βαθιά στα ταμεία, με τη φαλκίδευση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων, με την εσωτερική μεταφορά πόρων από υγιή ταμεία σε προβληματικά, με την έμμεση φορολογία και την αυτοχρηματοδότηση ουσιαστικά των συντάξεων της νέας γενιάς από τους ίδιους τους πατεράδες τους και όχι μέσα από τους πόρους μίας δίκαιης κατανομής του πλούτου με μία πραγματικά προοδευτική μεταρρύθμιση, με τις αδυναμίες που ήταν η συναινετική άποψη που πέρασε το νόμο Ρέππα;
Δεν είναι το ερώτημα, όπως λένε κάποιοι «τι θα πάτε να πείτε στο λαό για το ασφαλιστικό, για το δημοψήφισμα, αν χρειάζεται ή όχι ασφαλιστική μεταρρύθμιση». Προφανώς χρειάζεται ασφαλιστική μεταρρύθμιση. Το ερώτημα όμως είναι ποιος θα πληρώσει το μάρμαρο. Σε αυτό θα απαντήσει ο ελληνικός λαός που αντιστέκεται απέναντι σε αυτήν την αντιλαϊκή και βαθιά ταξική πολιτική.
Δεν είναι λοιπόν μόνο αυτό, είναι η ευρύτερη κρίση στην οποία οδηγείτε τη χώρα. Είναι κρίση εθνικού προσανατολισμού. Η Ελλάδα έχασε το βηματισμό της. Γύρω μας γίνεται κοσμογονία, νέα δεδομένα στην εθνική στρατηγική, νέα δεδομένα στην περιοχή. Άνοιξε ο ασκός του Αιόλου με το Κόσσοβο και ακόμα αρνείστε να πείτε ότι δεν θα το αναγνωρίσετε. Άνοιξαν τόσα μέτωπα που φαίνεται να αναδιατάσσουν τις δυνάμεις στην περιοχή και αρνείστε να φέρετε μία πρόταση εθνικής στρατηγικής. Πηγαίνετε βλέποντας και κάνοντας.
Οικονομική κρίση. Ξυπόλητοι στα αγκάθια. Υποβαθμίζετε συνεχώς τη θέση της χώρας. Η κοινωνική κρίση, η καθημερινότητα, η γιγάντια ανακατανομή πλούτου έρχεται ως αποτέλεσμα γιατί δεν μπορείτε ουσιαστικά να χρηματοδοτήσετε το κοινωνικό κράτος. Αντ’ αυτού το αποδιαρθρώνετε, το ξεπουλάτε, το εκποιείτε. Και βέβαια δημιουργείται μία δημοκρατία ολιγαρχική και ατελέσφορη.
Μεγάλη ιστορία η περιβόητη θέση σας για διάλογο επί του ασφαλιστικού.
Πρωτοφανής. Δεν υπάρχει καμία πρόταση επί τέσσερα χρόνια της Κυβέρνησης για το ασφαλιστικό. Το μάθαμε όταν καταθέσατε το νομοσχέδιο. Για ποιο διάλογο μιλάτε;
Άρα, λοιπόν, στη βάση όλης αυτής της ολόπλευρης κρίσης βρίσκεται ένα μοντέλο διακυβέρνησης που παράγει τη διαφθορά, που ενισχύει τη συναλλαγή, που μεταφέρει τον πλούτο στους λίγους. Γι’ αυτό, η πρόταση δυσπιστίας δεν αφορά κανέναν Υπουργό ξεχωριστά, αφορά τον κάθε Υπουργό αλλά κυρίως αφορά τον Πρωθυπουργό και την Κυβέρνησή σας.
Είμαστε πεπεισμένοι ότι η συνέχιση αυτής της κατάστασης είναι άκρως βλαπτική για τον τόπο και γι’ αυτό προτείναμε την πρόταση δυσπιστίας.
Υπάρχει στην αφετηρία αυτής της πρότασης και μία ελπίδα για μας, να εκφραστεί πολιτικά η προοδευτική και πολιτική κοινωνική πλειοψηφία που σήμερα εκφράζεται απέναντι στο ασφαλιστικό.
Κι εδώ θα ήθελα να κάνω ένα σχόλιο που έχει σχέση με την πολιτική του Συνασπισμού. Άκουσα με πολύ προσοχή το ερώτημα, εναλλαγή των κομμάτων των αστικών ή των δεξιών και των κρυπτοδεξιών, ή ανατροπή. Άγονος δικομματισμός ή διπολισμός. Ό,τι όνομα και να της δώσετε, είναι η ώρα της δημοκρατικής και προοδευτικής παράταξης.
Μόλις δημοσιεύθηκε το αφιέρωμα του ηλεκτρονικού περιοδικού Re-public με τίτλο "Σοσιαλδημοκρατία και φιλελευθερισμός: Ένας επιτυχημένος γάμος;». Ανεξάρτητα αν είναι υποσχόμενη ή όχι, η σχέση φιλελευθερισμού και σοσιαλδημοκρατίας, το αφιέρωμα προσπαθεί να τη διευθετήσει με σαφήνεια και συγκεκριμένες απαντήσεις.
Είναι προβληματικό μια σοσιαλδημοκρατία να εμφανίζεται επαρκής εσωτερικά, χωρίς να έχει κανενός είδους προοδευτική παγκόσμια δέσμευση…
Ο καπιταλισμός έγινε αποδεκτός από τους σοσιαλδημοκράτες με περίπου τόσο ενθουσιασμό όσο είχαν πάντα οι φιλελεύθεροι, συχνά όμως έγινε αποδεκτός χωρίς πολλή κριτική….
Ο χώρος έκφρασης της μοντέρνας Αριστεράς θα είναι αναγκαστικά διεθνοποιημένος, χωρίς αυτό να σημαίνει την αποδοχή του οικονομικού φιλελευθερισμού που χαρακτηρίζει την πολιτική θεωρία του κοσμοπολιτισμού...
Ενώ για τις δυτικές χώρες, οι προοπτικές αυτού του γάμου φαίνονται λαμπρές, με σημείο αναφοράς τους αποκλεισμένους και τους φτωχούς των χωρών του Τρίτου Κόσμου, ο γάμος μεταξύ φιλελευθερισμού και σοσιαλδημοκρατίας μετατρέπεται σε μια ηθικά αμφισβητήσιμη συμπαιγνία…
Τώρα που τέλειωσε κι αυτή η μάχη του ασφαλιστικού ήρθε η ώρα να το σκεφτούμε. Να δούμε τι χάνουμε και τι κερδίζουμε από τις νέες ρυθμίσεις, όχι μόνο ατομικά αλλά και συνολικά.
Καταρχήν πρέπει να επαναλάβουμε το αυτονόητο. Το ασφαλιστικό δεν λύνεται. Οχι γιατί αντιδρούν οι εργαζόμενοι, ούτε γιατί δεν το θέλει η κυβέρνηση, αλλά επειδή αλλάζει η ζωή. Ζούμε περισσότερο από τις προηγούμενες γενιές (και καλά κάνουμε), ζούμε καλύτερα (και επίσης καλά κάνουμε) και έχουμε μεγαλύτερα έξοδα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης (και επίσης καλά κάνουμε). Η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους δεν θα αλλάξει στο ορατό μέλλον είτε η γραφειοκρατία που χειρίζεται τις οικονομίες των εργαζομένων έχει 13 ταμπέλες, είτε 113. Το σύστημα δεν πρόκειται να κερδίσει πολλά (αν πρόκειται να κερδίσει κάτι) είτε υπάρχει κυβερνητικός επίτροπος (κομισάριος λεγόταν την εποχή του σοσιαλισμού) στα ταμεία, είτε όχι. Αυτό που ελπίζουν κάποιοι είναι τα 13 ταμεία θα μειώσουν τη γραφειοκρατία, αν κι αυτό δεν είναι εμφανές από το νομοσχέδιο των 120.000 λέξεων. Αναδιαρθρώνοντας ένα πολύπλοκο σύστημα στο τέλος καταλήγεις με μεγαλύτερη πολυπλοκότητα απ’ ό,τι είχες στο παρελθόν: ακόμη κι αν η αναδιάρθρωση λειτουργούσε τέλεια, η γραφειοκρατία και οι ομάδες πίεσης θα φροντίσουν να τη ροκανίσουν.
Οι πιο αισιόδοξοι υπολογίζουν ότι οι ρυθμίσεις -που αγγίζουν μόνο όσους μπήκαν στην αγορά εργασίας τη δεκαετία του ’80- δίνει δύο χρόνια επιπλέον ζωής. Ομως ακόμη κι αν επιβεβαιωθούν αυτές οι προβλέψεις, το 2010 θα βρεθούμε πάλι στη σημερινή κατάσταση. Ολοι θα ουρλιάζουν για τη βιωσιμότητα του συστήματος και θα χρειαστούν νέα μέτρα, και το απόθεμα των παλιών προνομιούχων ασφαλισμένων θα έχει αποστραγγιστεί.
Το βασικό πρόβλημα που δεν αντιμετωπίζει το νομοσχέδιο -και πιθανώς το διογκώνει- είναι ο σοβιετικού τύπου έλεγχος του κράτους στα ταμεία. Αυτός εξυπηρέτησε όλες τις κυβερνήσεις και ελάχιστους εργαζόμενους. Κακά τα ψέματα: η εγγύηση του κράτους ήταν η «πώληση επί πιστώσει» στους εργαζόμενους. Στην καλύτερη των περιπτώσεων οι πολιτικοί έκαναν το καλό και το έριχναν στο ασφαλιστικό. Βοηθούσαν τις μητέρες, αλλά στο μέλλον. Σκέπαζαν προβλήματα υγείας και ασφάλειας στο χώρο εργασίας με επιπλέον χρόνια σύνταξης. Δανείζονταν τα αποθεματικά με την υπόσχεση «έχεις λαμβάνειν» εγγύηση. Κυρίως: ρουσφετολογούσαν ασύστολα.
Ηρθε η ώρα να συνειδητοποιήσουμε ένα πράγμα: όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει το κράτος όλο. Αν δεν απαιτήσουμε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που θα εγγυάται μια κατώτατη σύνταξη για όλους και από κει και πέρα να έχει καθείς τον έλεγχο των αποταμιεύσεών του, θα ζούμε ένα τερατώδη γραφειοκρατικό μηχανισμό που θα αναπαράγει ανισότητες και φτώχεια.
ΠΡΟΤΑΣΗ ΔΥΣΠΙΣΤΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΤΕΘΕΣΕ,
ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ,
1. Στην ομιλία του κατά την κατάθεση της πρότασης δυσπιστίας ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Α. Παπανδρέου υπογράμμισε μεταξύ άλλων τα εξής: «Έξι μήνες μετά τις εκλογές η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει προδώσει την εμπιστοσύνη του ελληνικού λαού. Είναι ώρα ευθύνης για όλους μας να αποφασίσουμε για την πορεία της χώρας, για το εάν θα αναστραφεί ο κατήφορος της χώρας»
- Αναβάλλεται εκ νέου η ψήφιση του ασφαλιστικού νομοσχεδίου-εκτρώματος της κυβέρνησης. Από την πρώτη στιγμή το ΠΑΣΟΚ είχε ξεκαθαρίσει σε όλους τους τόνους, ότι η κυβέρνηση δεν θα ξεμπερδέψει εύκολα με τους αντιλαϊκούς, αντικοινωνικούς και αντιαναπτυξιακούς σχεδιασμούς της και τα προεκλογικά ψεύδη με τα τρία «ΔΕΝ». Υπενθυμίζεται δε, ότι το ΠΑΣΟΚ πέτυχε και την προηγούμενη Παρασκευή να μην ψηφιστεί το ασφαλιστικό νομοσχέδιο της κυβέρνησης.
- Δίδεται ακόμη περισσότερος χρόνος να ωριμάσει η ιδέα του δημοψηφίσματος για το ασφαλιστικό νομοσχέδιο της κυβέρνησης και να γίνει συλλογή ακόμη περισσότερων υπογραφών.
- Παρέχεται η ευκαιρία στον ελληνικό λαό να πληροφορηθεί πληρέστερα για το σχέδιο της κυβέρνησης για ξεπούλημα και αφελληνισμό οργανισμών ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη της χώρας, όπως ο ΟΤΕ και η ΔΕΗ, και για τα κέρδη εκατομμυρίων ευρώ που αποκομίζουν μεσάζοντες-φίλοι της κυβέρνησης, κάτω από το τραπέζι.
3. Το συνολικό κείμενο της πρότασης δυσπιστίας που κατέθεσε το ΠΑΣΟΚ έχει ως εξής:
«Συμπληρώθηκαν έξι μήνες από τις πρόσφατες εκλογές. Μπήκαμε στον πέμπτο χρόνο διακυβέρνησης της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία. Η πολιτική της κυβέρνησης δημιουργεί διαρκώς νέα αρνητικά δεδομένα για τη χώρα. Η αποδυνάμωση της οικονομίας τα τελευταία χρόνια έχει οδηγήσει την ελληνική οικογένεια σε απόγνωση. Ο πληθωρισμός έχει εκτοξευθεί σχεδόν στο 4,4%, ενώ οι αυξήσεις σε βασικά είδη κατανάλωσης και σε υπηρεσίες ξεπερνούν το 30%. Με την αντιαναπτυξιακή και ταξική πολιτική της κυβέρνησης, έχουμε διαρκή επιδείνωση της ελληνικής οικονομίας και των αναπτυξιακών της προοπτικών. Βιώνουμε μία σκληρή πολιτική μονόπλευρης λιτότητας, μία γενικευμένη επίθεση ενάντια στα δικαιώματα των εργαζομένων, ενάντια στην μικρομεσαία επιχείρηση. Η ανεξέλεγκτη ακρίβεια στην αγορά, δημιουργεί δυσβάσταχτη καθημερινότητα για τα νοικοκυριά, τους εμπόρους, τους καταστηματάρχες, τον αγροτικό κόσμο και τους συνταξιούχους.
Εντείνονται συνεχώς οι κοινωνικές ανισότητες. Η πλειοψηφία των πολιτών οδηγείται στην ανασφάλεια, ο εμπορικός και επιχειρηματικός κόσμος οδηγείται στον υπερδανεισμό και στα αδιέξοδα, οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι υφιστάμενοι την αδιαφορία της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας για τα προβλήματά τους. Αποκαλύφθηκε ότι η πραγματική έννοια των δήθεν μεταρρυθμίσεων, όπως τις προωθεί η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, είναι η απαξίωση και το ξεπούλημα των δημοσίων οργανισμών και επιχειρήσεων, η εκποίηση του δημόσιου πλούτου και η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους.
Με το νομοσχέδιο για τη λεγόμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας βάζει βόμβα στα θεμέλια του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας. Αυξάνει τα όρια ηλικίας για την συνταξιοδότηση, μειώνει τις συντάξεις και τα δικαιώματα των ασφαλισμένων. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση αδιαφορώντας για την υποχρέωση της πολιτείας να εγγυάται την αλληλεγγύη των γενεών δημιουργεί αβεβαιότητα για την ασφαλιστική κάλυψη των νεότερων γενεών. Με συστηματικό τρόπο, υπονομεύει τον δημόσιο και κοινωνικό χαρακτήρα του Ασφαλιστικού Συστήματος και οδηγεί τους πολίτες προς την ιδιωτική ασφάλιση. Στο αίτημα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ για απόσυρση του συνόλου του νομοσχεδίου η κυβέρνηση αντέδρασε αρνητικά και πεισματικά επιμένει στην ψήφιση αυτού του αντιλαϊκού και αντικοινωνικού σχεδίου νόμου.
Η κυβέρνηση αγνοεί επιδεικτικά τις αντιδράσεις των εργαζομένων και τη δυσφορία των πολιτών. Ο κοινωνικός διάλογος, η δημόσια διαβούλευση, η διαρκής επιδίωξη της συναίνεσης των ενδιαφερομένων φορέων, αποτελούν έννοιες και πρακτικές παντελώς άγνωστες στην κυβέρνηση του κ. Καραμανλή. Αντί αυτών κυριαρχούν αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις, αυταρχισμός, αδιαφάνεια και παρασκήνιο.
Η επανίδρυση του κράτους αποδείχθηκε ότι αφορούσε την ανασυγκρότηση των πελατειακών και ρουσφετολογικών μηχανισμών της Νέας Δημοκρατίας. Επιπλέον, είναι διάχυτη στους πολίτες η βεβαιότητα για τις μεθοδεύσεις και τις εν κρυπτώ συζητήσεις με εγχώριους και διεθνείς οικονομικούς παράγοντες για το ξεπούλημα των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών. Στις δικαιολογημένες αντιδράσεις και τις απεργιακές κινητοποιήσεις των εργαζομένων η κυβέρνηση βασίζεται στην ενεργό και με κάθε τρόπο εμπλοκή μιας σειράς ελεγχόμενων από αυτήν δικαστικών λειτουργών.
Η ΔΕΗ, η Ολυμπιακή, τα λιμάνια και μόλις τις προηγούμενες μέρες ο ΟΤΕ αποτελούν χαρακτηριστική απόδειξη του τρόπου με τον οποίον διαχειρίζεται η ΝΔ την κυβερνητική εξουσία. Αποκαλύπτουν την αντίληψη που έχει η κυβέρνηση για την υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος και τη διασφάλιση της δημόσιας περιουσίας. Αυτή η αντίληψη επιβεβαιώθηκε επίσης με την αποκάλυψη και τη διαχείριση της υπόθεσης Ζαχόπουλου, την εμπλοκή κυβερνητικών στελεχών σε αθέμιτες συναλλαγές, την συγκάλυψη και ειδικότερα την άρνηση του κ. Καραμανλή ως πρώην υπουργού Πολιτισμού να προσέλθει και να αναλάβει τις ευθύνες του στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής.
Η λεηλασία των ασφαλιστικών ταμείων με τα δομημένα ομόλογα αποκαλύφθηκε πλήρως, αλλά οι πρωταγωνιστές του σκανδάλου παραμένουν στο απυρόβλητο. Τα πορίσματα Ζορμπά ετέθησαν στο αρχείο. Η υπόθεση των πακιστανών, η υπόθεση των υποκλοπών των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων αποκάλυψαν τις πολιτικές ευθύνες, την αδυναμία και την αναξιοπιστία του Πρωθυπουργού και των Υπουργών να εγγυηθούν βασικές αρχές του νομικού και πολιτικού μας πολιτισμού, την εύρυθμη λειτουργία των θεσμών, την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των πολιτών. Επιπλέον, μετά την αποκάλυψη των ελληνικών διασυνδέσεων στο διεθνές σκάνδαλο της Siemens, η κυβέρνηση επέλεξε και πάλι την συγκάλυψη των υπευθύνων. Η εκπαίδευση των νέων αντί να αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα παραμένει εγκλωβισμένη στην κυβερνητική ανεπάρκεια, την ανυπαρξία στρατηγικής και την έλλειψη βούλησης για την αναβάθμιση της δημόσιας και δωρεάν παιδείας.
Η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, η πολιτική της αδράνειας, των υποχωρήσεων και των συμβιβασμών, έχει εμφανίσει αρνητικές επιπτώσεις στα εθνικά μας συμφέροντα και οδηγεί την Ελλάδα στο περιθώριο των εξελίξεων. Είναι διάχυτη η εντύπωση στους πολίτες ότι η κυβέρνηση του κ. Καραμανλή είναι μία ανίσχυρη κυβέρνηση χωρίς στρατηγική για την Ευρώπη, χωρίς όραμα για την Ελλάδα.
Αδυνατεί να εγγυηθεί την κοινωνική συνοχή, την κοινωνική αλληλεγγύη, την οικονομική ανάπτυξη, δεν μπορεί να εγγυηθεί το δημόσιο συμφέρον και να διαγράψει ένα ελπιδοφόρο μέλλον για τους νέους ανθρώπους. Η κυβέρνηση με τις ταξικές επιλογές της στο Ασφαλιστικό χάραξε μόνη της και οριστικά την κόκκινη γραμμή απέναντι στην κοινωνία. Η πρόταση δυσπιστίας κατά του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης που καταθέτουμε βάσει του άρθρου 142 του Κανονισμού της Βουλής βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με την διαμορφωμένη πεποίθηση της πλειοψηφίας των ελλήνων πολιτών».
Tου Πασχου Μανδραβελη / pmandravelis@kathimerini.gr
Δεν γνωρίζουμε κατά πόσο το 120.000 λέξεων ασφαλιστικό νομοσχέδιο προνόησε για Ταμείο Αγροφυλακής, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα εξαιρετικά επείγον πρόβλημα: Πώς θα συνταξιοδοτηθούν σε λίγους μήνες οι αγροφύλακες που προσλήφθηκαν πριν από επτά μήνες;
Δεν αστειευόμαστε. Πενήντα από τους «φρουρούς της υπαίθρου», ή κατά τον κ. Βύρωνα Πολύδωρα «οικοαστυνομικούς», κατέθεσαν τα χαρτιά τους για συνταξιοδότηση. Σύμφωνα με όσα δήλωσε στην εφημερίδα «Πρώτο Θέμα» ο διοικητής της νεοσύστατης υπηρεσίας, κ. Δημήτριος Νικολακόπουλος, ακολουθούν κι άλλοι: «Εχω καθημερινά απώλειες γιατί καθένας από τους αγροφύλακες όταν συμπληρώσει 31 χρόνια εργασίας έχει δικαίωμα να φύγει. Οι περισσότεροι είναι, άλλωστε, μεγάλοι άνθρωποι και έχουν δικαίωμα να φύγουν... Από τους 300 που ήρθαν εκ μετατάξεως, οι περισσότεροι είναι έτοιμοι να συνταξιοδοτηθούν, ενώ στην ίδια κατηγορία ανήκουν και πολλοί που προσλήφθηκαν με βάση τον διαγωνισμό του 1991».
Η επανασύσταση της Αγροφυλακής είναι μια κλασική περίπτωση χρήσης του δημόσιου κορβανά για ψηφοθηρικά οφέλη. Γινόταν πάντα –ίσως όχι χωρίς να τηρούνται καν τα προσχήματα και χωρίς να υπάρχουν καν στολές– και θα συνεχίσει να γίνεται. Δημιουργείται μια «κοινωνική ανάγκη», ή εν ανάγκη εφευρίσκεται, και τελικά ικανοποιείται. Είτε διά του κρατικού προϋπολογισμού είτε διά των ασφαλιστικών ταμείων. Στην πρώτη περίπτωση χρεώνονται όλοι, στη δεύτερη μόνο οι εργαζόμενοι, τα ταμεία των οποίων γίνονται ελλειμματικά. Ετσι το ΠΑΣΟΚ έδωσε συντάξεις στους αγωνιστές της εθνικής αντίστασης, έτσι και η Ν.Δ. τώρα θα δώσει συντάξεις στους επί επτάμηνο «αγωνιστές της οικολογίας».
Στην Ελλάδα επικρατεί ο μύθος του αγαθού και ουδέτερου κράτους. Αυτού που φροντίζει τους κατατρεγμένους και δικαίως μοιράζει τα λεφτά που παίρνει. Η αλήθεια είναι πως οι πολιτικοί που διαχειρίζονται το κράτος μοιράζουν άνισα. Πρώτοι στη λίστα δεν είναι εκείνοι που έχουν ανάγκη, αλλά οι άλλοι που η κάθε κυβέρνηση τους έχει ανάγκη: Τους ψηφοφόρους των ή εκείνους που μπορούν να πιέσουν. Στην προκειμένη περίπτωση είναι οι αγροφύλακες, στο μέλλον κάποιοι άλλοι. Είναι ανθρώπινο και φυσιολογικό. Το ερώτημα είναι αν και κατά πόσο αυτό είναι και εκτεταμένο. Στο μεγάλο κράτος που ρυθμίζει πολλά, θα υπάρχουν και πολλές «ρυθμίσεις» προς όφελος ημετέρων. Αν μάλιστα ρυθμίζει και τα των ασφαλιστικών ταμείων μπορεί με απλές υπουργικές αποφάσεις να μετατίθεται το οικονομικό κόστος των αποφάσεων σε συγκεκριμένες ομάδες εργαζομένων. Ο τελικός λογαριασμός, βέβαια, πάλι στον προϋπολογισμό καταλήγει, αλλά με πολλές τριβές: Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δίνει πολλά, οι εργαζόμενοι θυμούνται ότι τους πήραν κατά το παρελθόν περισσότερα. Πλήρης ασυνεννοησία, αλλά και διογκούμενη καχυποψία για το πολιτικό σύστημα.
Εξάλλου, όπως δήλωσε και ο αρχηγός της Αγροφυλακής, «από αυτούς κάποιοι (...) ήρθαν για να φύγουν αποκτώντας συνταξιοδοτικά δικαιώματα των Σωμάτων Ασφαλείας. Εξάλλου, υπάλληλοι ήταν, από κάπου έπρεπε να συνταξιοδοτηθούν. Είτε από τη νομαρχία είτε από την Αγροφυλακή, από τον ίδιο κορβανά δεν θα πάρουν;» Ναι, αλλά με διαφορετικές απολαβές. Αλλη η συνταξιοδότηση από τα Σώματα Ασφαλείας, άλλη από τη νομαρχία. Ολες οι παθογένειες του ασφαλιστικού στις λεπτομέρειες κρύβονται.
Εμείς τι κάνουμε; Απέχουμε; ΟΧΙ βέβαια!!! Συνεχίζουμε δυναμικά και απαιτούμε ένα νέο πολιτικό πολιτισμό, μια νέα αρχή σεβασμού συμμετοχικής δημοκρατίας για το πολίτη μέσα από μια δίκαιη πολιτεία των πολιτών, - "ο πολίτης που δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική και τα κοινά προβλήματα είναι ο ανεύθυνος και ασυνείδητος πολίτης" (Αριστοτέλης)
Ψίθυροι κυκλοφορούν απειλητικά, τις τελευταίες αυτές μέρες, για επικείμενες "εκκαθαρίσεις" στο Πανεπιστήμιο. Το γεγονός ότι μεταξύ των ονομάτων των υπό απόλυση καθηγητών αναφέρεται και το δικό μου -και αυτό δεν το θεωρώ διόλου περίεργο- μου παρέχει το δικαίωμα και μου επιβάλλει το καθήκον να σας καταστήσω, σήμερα που βρίσκομαι ακόμη κοντά σας, κοινωνούς ορισμένων σκέψεών μου που ίσως δεν θα μπορώ να σας τις πω αύριο [...]
Θα μιλήσω χωρίς περιστροφές για την ηθικοπολιτική πλευρά του ζητήματος. Κάτω από τις συνθήκες που ζούμε η σιωπή δεν είναι "χρυσός"~ είναι "λίβανος και σμύρνα". Διότι η σιωπή μπορεί να ερμηνευθεί σαν αποδοχή ή συναίνεση: "ο σιωπών δοκεί συναινείν", qui tacet consentire videtur (=όποιος σιωπά φαίνεται ότι συναινεί), κατά το ρωμαϊκό δίκαιο. Δεν έχω λοιπόν το δικαίωμα να σιωπήσω, αφού σωπαίνοντας θα εμφανιζόμουν ως αποδεχόμενος ή ανεχόμενος τα όσα γίνονται. Υπάρχουν στη ζωή, την ατομική και την κοινωνική, στιγμές που πρέπει κανείς να πει το μεγάλο "ναι" ή το μεγάλο "όχι".
Σε τέτοιες στιγμές, σαν τις τωρινές, το ουσιώδες είναι, πιστέψτε με, να προστατεύσει κανείς τον εαυτό του, όχι από τη δίωξη, αλλά από τον εξευτελισμό. Να περισώσει την αξιοπρέπειά του ως ανθρώπου, ως πολίτη, ως επιστήμονα. Και έτσι να περιφρουρήσει, επίσης, το κύρος της πανεπιστημιακής έδρας που έχει την τιμή να κατέχει, η οποία, ως έδρα της πολιτικής ελευθερίας, είναι φυσικό, εφόσον βρίσκεται στο ύψος της, να δέρνεται από τις πολιτικές καταιγίδες...
Φαίνεται ότι ήδη έφτασε η ώρα να εφαρμοσθούν οι υποθήκες που έχουν εξαγγελθεί. Σε ό,τι με αφορά, το ξαναδηλώνω: όσο θα μπορώ να διδάσκω το μάθημα του Συνταγματικού Δικαίου, θα το διδάσκω σαν μάθημα της πολιτικής ελευθερίας. Αν δε το αποψινό μου μάθημα συμβεί να είναι το τελευταίο, θα ήθελα να σας παρακαλέσω να κρατήσετε από τη διδασκαλία μου την ουσία της: τη σημασία της πολιτικής ελευθερίας, ως ιστορικής κατακτήσεως για την παραπέρα εξέλιξη του κοινωνικού βίου και ως προϋποθέσεως για τη γενικότερη απελευθέρωση και καταξίωση του ανθρώπου. Και επειδή θεωρία και πράξη είναι αλληλένδετες, το ουσιώδες είναι να μείνει κανείς ελεύθερος, όρθιος και αλύγιστος απέναντι στους καταναγκαστικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς των κρατούντων.
Μην επιτρέψετε να σας εξανδραποδίσουν. Διατηρήστε, μέσα στους ζοφερούς και άρρωστους καιρούς, άγρυπνη και ανυπόταχτη τη σκέψη σας, περιφρουρήστε την άγια υγεία και ρωμαλεότητα της ψυχής σας, κρατήστε στητό και αγέρωχο το ωραίο ανάστημά σας. Και αν η Εξουσία, που την συμφέρει να έχει παθητικούς και πολιτικά αδιάφορους υπηκόους, σας πει ότι, έτσι κάνοντας, δεν είστε φρόνιμοι και νομοταγείς πολίτες, αποδείξτε της ότι καλός πολίτης είναι μόνον ο ελεύθερος πολίτης, ο συνειδητός, ενεργός και υπεύθυνος πολίτης. Και θυμίστε της ότι ο Περικλής είχε πει στον "Επιτάφιο": όποιος αδιαφορεί για τα πολιτικά πράγματα του τόπου του είναι, όχι φιλήσυχος, αλλ' άχρηστος, "αχρείος" πολίτης. Και μη ξεχνάτε, στις σημερινές δύσκολες για την Πατρίδα μας και το Λαό μας περιστάσεις, τα λόγια του ποιητή -και θέλω μ' αυτά να σας αποχαιρετήσω:
"Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι~
θέλει αρετήν και τόλμην
η Ελευθερία".